Meaning of σολίστας | Babel Free
Ορισμοί
- ερμηνευτής μουσικού οργάνου (ή και τραγουδιστής) που ερμηνεύει έργο σόλο (χωρίς συνοδεία άλλων οργάνων) ή έργο όπου έχει πρωταγωνιστικό ρόλο
- χαρακτηρισμός δεξιοτέχνη εκτελεστή (ή και τραγουδιστή)
Παραδείγματα
“ο Έλληνας σολίστας Δημήτρης Σγούρος έδωσε ρεσιτάλ πιάνου”
“σολίστας στο κοντσέρτο για βιολί του Σιμπέλιους, ήταν ο Λεωνίδας Καβάκος”
“η Τζίνα Μπαχάουερ, η Μαρίκα Παπαϊωάννου, η Ρένα Κυριακού, συγκαταλέγονταν στις μεγάλες σολίστες πιάνου”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.