Meaning of σκοτωμός | Babel Free
/skotoˈmos/Ορισμοί
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκοτώνω, η αφαίρεση της ζωής
-
τσακωμός μεγάλης έντασης figuratively
-
υπερβολικός συνωστισμός figuratively
Παραδείγματα
“Ο σκοτωμός του δεν είχε νόημα.”
There was no sense to his killing.
“Ο σκοτωμός στα Καλάβρυτα το 1943 έγινε από τους ναζιστές.”
The slaughter in Kalavryta in 1943 was carried out by the Nazis.
“Γινόταν σκοτωμός για το τελευταίο εισιτήριο.”
There was a mad scramble for the last ticket.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.