HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σκνίπα

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
ˈskni.pa

Ορισμοί

  1. κοινή ονομασία για έντομα που μοιάζουν με κουνούπι και ανήκουν σε οικογένειες δίπτερων
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. μεθυσμένος
    figuratively

Ισοδύναμα

9 more languages
Българскипапатак
Bahasa Indonesiaagas
Te Reo Māorinamu
Bahasa Melayuagas
Nederlandsknut
Polskimoskit
Русскиймоскит

Παραδείγματα

“※ Κοργιοί, κουνούπια, σκνῖπες, ψύλλοι καὶ μερμήγκοι, / Νά σε τσιμποῦν φρικτὰ καὶ νά σε διαολίζουν”
στη φράση: είμαι σκνίπα στο μεθύσι”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σκνίπα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free