Meaning of σκνίπα | Babel Free
/ˈskni.pa/Ορισμοί
- κοινή ονομασία για έντομα που μοιάζουν με κουνούπι και ανήκουν σε οικογένειες δίπτερων
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
μεθυσμένος figuratively
Παραδείγματα
“※ Κοργιοί, κουνούπια, σκνῖπες, ψύλλοι καὶ μερμήγκοι, / Νά σε τσιμποῦν φρικτὰ καὶ νά σε διαολίζουν”
“στη φράση: είμαι σκνίπα στο μεθύσι”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.