Meaning of σκλήρυνση | Babel Free
/ˈskliɾinsi/Ορισμοί
-
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκληρύνω / σκληραίνω especially, figuratively, literally
-
η επίδειξη σκληρότερης ή βιαιότερης συμπεριφοράς especially, figuratively, literally
-
η έλλειψη ή η απώλεια της ελαστικότητας οργάνων ή ιστών του σώματος εξαιτίας παθολογικών λόγων especially, figuratively, literally
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: σκληρία, σκλήρωση”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.