Meaning of σκεφθεί | Babel Free
/sceˈfθi/Ορισμοί
-
απαρέμφατο παθητικού αορίστου του σκέφτομαι formal
-
γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του σκέφτομαι formal
Παραδείγματα
“να, ας, αν, ίσως σκεφθεί (υποτακτική αορίστου)”
“θα σκεφθεί (παθητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.