σκατόφατσα
Ορισμοί
-
κακάσχημος, κακομούτσουνος vulgar
-
χαρακτηρισμός ατόμου που δημιουργεί υπόνοιες ότι ανακατεύεται με επιλήψιμες πράξεις vulgar
Παραδείγματα
“※ Τι ετοίμαζε ο παλιομαλάκας; Και τι δουλειά είχαν όλες εκείνες οι σκατόφατσες μαζεμένες στην ίδια φωτογραφία με το ρώσικο πουταναριό; Εδώ πρέπει να κρυβόταν το ζουμί όλης της υπόθεσης. (Θάνος Δραγούμης, Εντιμότατα λαμόγια, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free