Meaning of σκαλοπάτι | Babel Free
Ορισμοί
- η καθεμιά από τις οριζόντιες δοκούς ή επίπεδα τμήματα μιας σκάλας, εκεί όπου πατάει κάποιος το πόδι του για να την ανεβεί
- βαθμίδα μιας ανιούσας ή κατιούσας κλίμακας ή ιεραρχίας
- καλλιεργήσιμη αναβαθμίδα σε λόφο
Ισοδύναμα
English
Stair
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.