HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σκαλοπάτι

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. η καθεμιά από τις οριζόντιες δοκούς ή επίπεδα τμήματα μιας σκάλας, εκεί όπου πατάει κάποιος το πόδι του για να την ανεβεί
  2. βαθμίδα μιας ανιούσας ή κατιούσας κλίμακας ή ιεραρχίας
  3. καλλιεργήσιμη αναβαθμίδα σε λόφο

Ισοδύναμα

6 more languages
Češtinastupeň
Românătreaptă
Русскийступень
Српскистепеница
Svenskatrappsteg

Παραδείγματα

“Ανέβηκε ένα ένα κάθε σκαλοπάτι της σκάλας.”

He climbed each step of the stairs one by one.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σκαλοπάτι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free