Meaning of σκαλιέρα | Babel Free
/skaˈʎe.ɾa/Ορισμοί
- σκάλα φτιαγμένη από σκοινιά
- κατασκευή με σκαλιά για τοποθέτηση αντικειμένων
Παραδείγματα
“※ Μπορεί πλέον να μην ανέβαινε στ ' άλμπουρα " ούτε από τας σκαλιέρας " , αλλά διέθετε τη δύναμη να είναι και να προσφέρει σαν παλιός καλός καπετάνιος τη συμβουλή του και την πείρα του (Ευστάθιος Μπάτης, Εκ της θαλάσσης τα κρείττω: ευεργέτες και χορηγοί από το χώρο του Αιγαίου. τόμος 1, Εκδ. Finatec, 2001)”
“※ μια ολόκληρη γωνιά , εκεί όπου έπεφτε περισσότερο το φως της μέρας , την καταλάμβανε μια σκαλιέρα γεμάτη γλάστρες (Λια Μεγάλου-Σεφεριάδη, μυθιστόρημα Έξι φορές η τύχη. Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 143 https://books.google.gr/books?id=Ym5iAAAAMAAJ&q=%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B1&dq=%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B1&hl=en&sa=X&ved=2ahUKEwiCqsrAnKbqAhVPyaYKHXXAB-0Q6AEwB3oECAkQAg)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.