Meaning of σκέπασμα | Babel Free
Ορισμοί
- το καπάκι
- κουβέρτα ή σεντόνι, κλινοσκέπασμα
- η ενέργεια του σκεπάζω (καλύπτω)
Παραδείγματα
“※ Η κίτρινη γρίπη θέριζε τον πληθυσμό. Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό παιδί να τρέμει από τα ρίγη του πυρετού και να κρύβεται φοβισμένο κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα. (Γιώργος Μανιώτης, Σαράντα Κύματα, Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 18)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.