Meaning of σιωπηλά | Babel Free
/si.o.piˈla/Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (σιωπηλό) του σιωπηλός
Παραδείγματα
“※ ⌘ Διονύσιος Σολωμός, Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν (1823), 4η στροφή”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.