Meaning of σινί | Babel Free
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- μεγάλος χάλκινος σφυρήλατος δίσκος, πιο μεγάλος και πιο ρηχός από το ταψί
Παραδείγματα
“※ […] ὅταν, στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὁ Θεόδοτος σὲ φέρει ἐπάνω σὲ σινὶ αἱματωμένο, τοῦ ἀθλίου Πομπηΐου τὸ κεφάλι.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.