HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σιγο- | Babel Free

Phrase CEFR B1
/si.ɣo/

Ορισμοί

  1. πρώτο συνθετικό σε ρήματα και τα παράγωγά τους που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό
  2. γίνεται χαμηλόφωνα, όχι δυνατά
  3. γίνεται με αργό ρυθμό, σταδιακά και όχι απότομα
  4. λίγο λίγο, ανεπαίσθητα

Παραδείγματα

“σιγοτραγουδάω”
“σιγοβράζω”
“σιγοβρέχει”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σιγο- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course