Meaning of σιγο- | Babel Free
/si.ɣo/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό σε ρήματα και τα παράγωγά τους που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό
- γίνεται χαμηλόφωνα, όχι δυνατά
- γίνεται με αργό ρυθμό, σταδιακά και όχι απότομα
- λίγο λίγο, ανεπαίσθητα
Παραδείγματα
“σιγοτραγουδάω”
“σιγοβράζω”
“σιγοβρέχει”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.