σημερινά
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σημερινός
accusative, neuter, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Τα σημερινά νέα ήταν ανησυχητικά.”
Today's news was worrying.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free