σεισμική
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεισμικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η σεισμική δραστηριότητα αυξήθηκε την τελευταία εβδομάδα.”
Seismic activity increased over the past week.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free