Meaning of σείσιμο | Babel Free
/ˈsi.si.mo/Ορισμοί
- η ενέργεια του ρήματος σείω (κουνάω)
- ο τρόπος που κάποιος σειέται, το λίκνισμα στον τρόπο βαδίσματος
Παραδείγματα
“※ η μια ήταν, η μάνα, χοντρή, βαριά, με σείσιμο ζωηρό, παλικαρίσιο, με περπάτημα αντρικό (Γιάννης Βλαχογιάννης, Για την αγάπη)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.