Meaning of σβίγκος | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- γενική ονομασία για σπιτικό γλύκισμα που μοιάζει με λουκουμά αλλά μπορεί να περιέχει και διάφορα άλλα υλικά όπως τυρί ή κρέμα
- είδος γλυκίσματος σε βώλους ζύμης από αλεύρι και αυγά που τηγανίζονται μέσα σε βούτυρο.
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.