Meaning of σαρκοφάγα | Babel Free
/saɾ.koˈfa.ɣa/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαρκοφάγος accusative, feminine, nominative, singular, vocative
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σαρκοφάγος accusative, neuter, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“λόγια μορφή: σαρκοφάγος”
“ζώα που ανήκουν στην τάξη των Σαρκοφάγων”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.