Meaning of σαρίν | Babel Free
Ορισμοί
- οργανική χημική ένωση του φωσφόρου με χημικό τύπο (CH₃)₂CHO]CH₃P(O)F, που αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως εντομοκτόνο και σήμερα ως χημικό όπλο εξαιτίας της νευροτοξικής του δράσης
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Ισοδύναμα
English
sarin
Παραδείγματα
“※ Χρειάστηκε να περάσουν 23 ολόκληρα χρόνια για να εκτελεστεί η θανατική καταδίκη επτά μελών της θρησκευτικής σέχτας «Αούμ Σινρικιό» (σημαίνει απόλυτη αλήθεια) που πραγματοποίησε επίθεση με αέριο σαρίν στο μετρό του Τόκιο το 1995. (Εφημερίδα των Συντακτών, 6/7/2018)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.