HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σαρίν

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. οργανική χημική ένωση του φωσφόρου με χημικό τύπο (CH₃)₂CHO]CH₃P(O)F, που αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως εντομοκτόνο και σήμερα ως χημικό όπλο εξαιτίας της νευροτοξικής του δράσης
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Ισοδύναμα

Englishsarin
Españolsarín
Françaissarin
13 more languages
العربيةسَارِين
DeutschSarin
Suomisariini
日本語サリン
한국어사린
Kurdîşarîn
Latinasarinum
Nederlandssarin
Polskisarin
Portuguêssarin
Русскийзарин
Svenskasarin
中文沙林

Παραδείγματα

“※ Χρειάστηκε να περάσουν 23 ολόκληρα χρόνια για να εκτελεστεί η θανατική καταδίκη επτά μελών της θρησκευτικής σέχτας «Αούμ Σινρικιό» (σημαίνει απόλυτη αλήθεια) που πραγματοποίησε επίθεση με αέριο σαρίν στο μετρό του Τόκιο το 1995. (Εφημερίδα των Συντακτών, 6/7/2018)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σαρίν σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free