Meaning of σαρίκι | Babel Free
Ορισμοί
-
υφασμάτινο κάλυμμα της κεφαλής ανδρών με μορφή λωρίδας που τυλίγεται το οποίο απαντά κατά κανόνα στους Άραβες και σε λαούς της ανατολής (όπως λ.χ. οι Ινδοί) general
-
λεπτό και λευκό ύφασμα που τυλίγουν γύρω από το φέσι τους οι μουσουλμάνοι ιερείς ή αξιωματούχοι especially
-
μαύρο ή άσπρο παραδοσιακό κρητικό μαντίλι με το οποίο τύλιγαν το κρητικό φεσάκι ή το έριχναν στους ώμους especially
-
το ξαρτόδεμα dated, rare
Παραδείγματα
“※ ...παρά το μόνον που απέμενεν ως κέρδος ήταν η δυνατότητα να αφηγούνται κομπορρήμονες αὐτοὶ «παλικαράδες» τὰς σκιαμαχίας των τάχα μετὰ τῶν ὀπτασιῶν πού, ἂν καὶ ἄϋλοι, ἔφερον ἀπαραιτήτως πλουμιστὰ σαρίκια καὶ ἀστραφτερά γιαταγάνια (Ευγένιος Αρανίτσης, Ιστορίες που άρεσαν σε μερικούς ανθρώπους που ξέρω, εκδ. Ίκαρος, 1995, σελ. 44)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.