HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σαρίκι | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. υφασμάτινο κάλυμμα της κεφαλής ανδρών με μορφή λωρίδας που τυλίγεται το οποίο απαντά κατά κανόνα στους Άραβες και σε λαούς της ανατολής (όπως λ.χ. οι Ινδοί)
    general
  2. λεπτό και λευκό ύφασμα που τυλίγουν γύρω από το φέσι τους οι μουσουλμάνοι ιερείς ή αξιωματούχοι
    especially
  3. μαύρο ή άσπρο παραδοσιακό κρητικό μαντίλι με το οποίο τύλιγαν το κρητικό φεσάκι ή το έριχναν στους ώμους
    especially
  4. το ξαρτόδεμα
    dated, rare

Παραδείγματα

“※ ...παρά το μόνον που απέμενεν ως κέρδος ήταν η δυνατότητα να αφηγούνται κομπορρήμονες αὐτοὶ «παλικαράδες» τὰς σκιαμαχίας των τάχα μετὰ τῶν ὀπτασιῶν πού, ἂν καὶ ἄϋλοι, ἔφερον ἀπαραιτήτως πλουμιστὰ σαρίκια καὶ ἀστραφτερά γιαταγάνια (Ευγένιος Αρανίτσης, Ιστορίες που άρεσαν σε μερικούς ανθρώπους που ξέρω, εκδ. Ίκαρος, 1995, σελ. 44)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σαρίκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course