Meaning of σαλβάρι | Babel Free
/salˈva.ɾi/Ορισμοί
φαρδύ παντελόνι που φορούσαν παλιά άνδρες και γυναίκες
Παραδείγματα
“γυναίκες όλων των φυλών και των εθνικοτήτων / με νυκτικά, ποκάμισα, σαλβάρια και πασούμια”
women of all races and nationalities / with nightgowns, shirts, shalwars and slippers
“※ Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της καθημερινής φορεσιάς των γυναικών της Σίλλης ήταν το σαλβάρι, που ήταν μια μεγάλη φαρδιά και φουσκωτή βράκα. (Γ΄ συμπόσιο λαογραφίας του Βορειοελλαδικού χορού, Ήπειρος-Μακεδονία-Θράκη, Αλεξανδρούπολη, 14-18 Οκτωβρίου 1976: Πρακτικά, σελ. 188, 1979 https://books.google.gr/books?id=tyTsAAAAMAAJ&q=%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%B9&dq=%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%B9&hl=en&sa=X&ved=2ahUKEwjK9fr6hp_wAhUZgf0HHUPpBpQQ6AEwAXoECAMQAg)”
“※ από της γης στο άπειρον να φθάνη τουρανού, / και από εκεί κατέβαιναν συμπλέγματα χαρίτων, / γυναίκες όλων των φυλών και των εθνικοτήτων / με νυκτικά πουκάμισα, σαλβάρια και πασούμια, / και όλαις του εφαίνοντο ώσαν ραχάτ - λουκούμια”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.