σαδδουκαίος
Ορισμοί
το μέλος της ιουδαϊκής θρησκευτικής ομάδας των Σαδδουκαίων (2ος αιώνας π.Χ - 1ος αιώνας μ.Χ), οι οποίοι δεν δέχονταν την ανάσταση των νεκρών
Ισοδύναμα
10 more languages
العربيةصَدُّوقِيّ
Suomisaddukeus
Italianosadduceo
LatinaSadducaeus
Polskisaduceusz
Portuguêssaduceu
Русскийсаддуке́й
Svenskasadducé
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free