Meaning of σαγανάκι | Babel Free
/sa.ɣaˈna.ci/Ορισμοί
- μικρό τηγάνι
- έδεσμα παρασκευασμένο σε μικρό τηγάνι
- τυρί (γραβιέρα ή κεφαλοτύρι) τηγανισμένο και συνήθως βουτηγμένο σε κουρκούτι ή τηγανισμένα αβγά με ντομάτα, γαρίδες με ντομάτα, μύδια με ντομάτα, λουκάνικα με αβγά και ντομάτα κ.ά.
Ισοδύναμα
English
saganaki
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.