HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σαβούρα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/saˈvu.ɾa/

Ορισμοί

  1. το σύνολο των βαρών που τοποθετούνται στα πλοία (ή υποβρύχια) και αερόστατα, προκειμένου ν’ αυξηθεί η ευστάθειά τους
  2. κάθε άχρηστο πνευματικό ή υλικό προϊόν
    figuratively
  3. για άσχημη γυναίκα ή κοπέλα
    figuratively, offensive
  4. για γυναίκα κακής πάστας
    figuratively, offensive
  5. τροφή κακής ποιότητας
    figuratively

Ισοδύναμα

English Ballast

Παραδείγματα

“Το σαββατοκύριακο πέταξα όλη τη σαβούρα από την αποθήκη και κράτησα μόνο τα έπιπλα.”
“Προτιμώ να πάω εγώ για ψώνια γιατί αυτός μόνο σαβούρες πάει και φέρνει.”
“Σε είδανε πάλι στην πλατεία με εκείνη τη σαβούρα”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σαβούρα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course