Meaning of σαβούρα | Babel Free
/saˈvu.ɾa/Ορισμοί
- το σύνολο των βαρών που τοποθετούνται στα πλοία (ή υποβρύχια) και αερόστατα, προκειμένου ν’ αυξηθεί η ευστάθειά τους
-
κάθε άχρηστο πνευματικό ή υλικό προϊόν figuratively
-
για άσχημη γυναίκα ή κοπέλα figuratively, offensive
-
για γυναίκα κακής πάστας figuratively, offensive
-
τροφή κακής ποιότητας figuratively
Ισοδύναμα
English
Ballast
Παραδείγματα
“Το σαββατοκύριακο πέταξα όλη τη σαβούρα από την αποθήκη και κράτησα μόνο τα έπιπλα.”
“Προτιμώ να πάω εγώ για ψώνια γιατί αυτός μόνο σαβούρες πάει και φέρνει.”
“Σε είδανε πάλι στην πλατεία με εκείνη τη σαβούρα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.