HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σίκαλη | Babel Free

Noun feminine CEFR B1

Ορισμοί

  1. ποώδες φυτό (επιστημονική ονομασία Secale cereale), δημητριακό που μοιάζει με το σιτάρι αλλά που είναι πιο ανεκτικό σε δύσκολες περιβαλλοντικές συνθήκες όπως η ξηρασία· από τη σίκαλη παράγεται αλεύρι, και χρησιμοποιείται επίσης στην παρασκευή μερικών ειδών μπύρας
  2. γυναικείο επώνυμο

Ισοδύναμα

English Rye

Παραδείγματα

“ψωμί σικάλεως”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σίκαλη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course