Meaning of σήραγγα | Babel Free
/ˈsi.ɾaŋ.ɡa/Ορισμοί
- υπόγειος δρόμος ή διάβαση που επιτρέπει να διασχίσει κανείς ένα βουνό, έναν λόφο ή ακόμα να περάσει κάτω από ένα ποτάμι
- μεγάλος αγωγός
Ισοδύναμα
English
tunnel
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.