HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σέρτικος | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

βαρύς, δυνατός, αψύς, οξύθυμος

Παραδείγματα

“Σκουρόχρωμος παραδοσιακός ελληνικός, σέρτικος [καφές] στην γεύση με διαρκές άρωμα.”
“※ Υπάρχει, που λέτε, ο άντρας ο βαρύς, ο σέρτικος. Αυτός που θα υψώσει τη φωνή, θα πάρει το ύφος το βαρύ κι ασήκωτο και […] με το που κάθεται και διπλώνεται το κωλάντερο, νιώθει να του 'ρχεται δεύτερος πόρδακλος, βαρύς και σέρτικος, με μεγάλη πιθανότητα οσκαρικών ηχητικών εφέ.”
“σέρτικο τσιγάρο, σέρτικος στόκος”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σέρτικος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course