Meaning of σέλλα | Babel Free
/ˈse.la/Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Σελλάς
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Σελλάς
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο) (αρσενικό ή θηλυκό, άκλιτο)
- παρωχημένη γραφή του σέλα
- ονόματα διαφόρων τοποθεσιών της Ιταλίας
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.