HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σέλλα | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈse.la/

Ορισμοί

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Σελλάς
  3. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Σελλάς
  4. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο) (αρσενικό ή θηλυκό, άκλιτο)
  5. παρωχημένη γραφή του σέλα
  6. ονόματα διαφόρων τοποθεσιών της Ιταλίας

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σέλλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course