Meaning of σάλπιγγα | Babel Free
/ˈsal.piŋ.ɡa/Ορισμοί
- πνευστό όργανο της οικογένειας των χάλκινων που μοιάζει με απλή τρομπέτα χωρίς βαλβίδες ή τρύπες. Παράγει μόνο ήχους μίας αρμονικής σειράς. Χρησιμοποιείται κυρίως στο στρατό για να μεταδώσει παραγγέλματα.
- μέρος των γεννητικών οργάνων της γυναίκας που συνδέει μια ωοθήκη με τη μήτρα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“«Ο ήχος της σάλπιγγος», είναι ο τίτλος του αυτοβιογραφικού αφηγήματος του ιδιοφυούς τουμπίστα Γιάννη Ζουγανέλη”
“※ 1943 - ⌘ Ο Άγγελος Σικελιανός απαγγέλλει το ποίημα του «Ηχήστε οι σάλπιγγες» στην κηδεία του Παλαμά”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.