Meaning of ρωσο- | Babel Free
/ɾo.so/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό λέξεων
- για αναφορά στους Ρώσους ή τη γλώσσα, τα γνωρίσματά τους
- σε παρατακτικά σύνθετα
- σε τοπωνύμια και επώνυμα
Παραδείγματα
“ρωσομάθεια”
“ρωσόφιλος”
“ρωσοαμερικανικός, ρωσογερμανικός”
“Ρωσόπουλος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.