Meaning of ρουλεμάν | Babel Free
Ορισμοί
εξάρτημα των μηχανών για τη στήριξη περιστρεφόμενου άξονα ενός αντικειμένου (π.χ. στηρίζει τον άξονα ενός τροχού) και την ελάττωση της τριβής, το οποίο αποτελείται από δύο ομόκεντρους μεταλλικούς δακτύλιους με κυλιόμενες σφαίρες ή κυλίνδρους στο ενδιάμεσό τους διάστημα
Ισοδύναμα
English
Bearing
Παραδείγματα
“※ Στη Σπάρτη είχα φτιάξει ένα πατίνι με παλιά ρουλεμάν αυτοκινήτου. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.