ρομαντικά
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρομαντικός
accusative, neuter, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Πέρασαν ένα ρομαντικά βράδυα στην παραλία.”
They spent romantic evenings on the beach.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free