HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ροδίτης | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την πόλη ή το νησί της Ρόδου
    demonym
  2. ποικιλία αμπέλου που καλλιεργείται σ΄ όλη την Ελλάδα (κυρίως στην Αγχίαλο και στην Πάτρα) και παράγει λευκό κρασί
  3. ποικιλία σταφυλιού με διάφορες αποχρώσεις του ρόδινου χρώματος
  4. είδος κρασιού

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ροδίτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course