Meaning of ροδίτης | Babel Free
Ορισμοί
-
ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την πόλη ή το νησί της Ρόδου demonym
- ποικιλία αμπέλου που καλλιεργείται σ΄ όλη την Ελλάδα (κυρίως στην Αγχίαλο και στην Πάτρα) και παράγει λευκό κρασί
- ποικιλία σταφυλιού με διάφορες αποχρώσεις του ρόδινου χρώματος
- είδος κρασιού
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.