Meaning of ροδέλα | Babel Free
Ορισμοί
- αντικείμενο με κυκλικό σχήμα
- μικρό κυκλικό αντικείμενο από δέρμα, καουτσούκ ή μέταλλο, που χρησιμεύει για το καλύτερο σφίξιμο της βίδας.
Ισοδύναμα
English
Washer
Παραδείγματα
“※ Συνεχίζουμε, τοποθετώντας επάνω από τον γαλέο τις ροδέλες της ντομάτας, τα κρεμμύδια, τις πιπεριές και το τυρί. Ραντίζουμε με το ελαιόλαδο και ψήνουμε έως ότου πάρει χρώμα το φαγητό. Μόλις το βγάλουμε από τον φούρνο, πασπαλίζουμε με ρίγανη και φρεσκοτριμμένο πιπέρι. (Γαλέος σαγανάκι, Το Βήμα, 10/06/2013 http://www.tovima.gr/vimagourmet/recipes/article/?aid=517358)”
“※ Πήρε ένα μαχαίρι, έκοψε το καλαμάρι σε μια μικρή ροδέλα και το δάγκωσε επιδεικτικά μπροστά μου . (Δημήτρης Σίμος, Ο θάνατος του Οδυσσέα, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.