ρινισμός
Ορισμοί
διαταραχή προφοράς του λόγου, είδος τραυλισμού με έντονη εκφορά των συμφώνων μ, ν και μπ αντί των β, λ και π αντίστοιχα και που συχνά συνοδεύεται με μικρό τρέμουλο της κεφαλής πάνω κάτω και ανοιγοκλείσιμο των ματιών
Ισοδύναμα
17 more languages
العربيةغنة
DeutschNasalierung
Ελληνικάερρινοποίηση
Suominasalisaatio
Galegonasalización
हिन्दीअनुनासिकता
日本語鼻音化
한국어비음화
Latviešunazalizācija
Македонскиназализација
Nederlandsnasalisatie
Portuguêsnasalização
Русскийназализация
Svenskanasalering
Türkçegenizsileşme
اردوغنائیت
中文鼻音化
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free