Σημασία του ρινισμός | Babel Free
Ορισμοί
διαταραχή προφοράς του λόγου, είδος τραυλισμού με έντονη εκφορά των συμφώνων μ, ν και μπ αντί των β, λ και π αντίστοιχα και που συχνά συνοδεύεται με μικρό τρέμουλο της κεφαλής πάνω κάτω και ανοιγοκλείσιμο των ματιών
Ισοδύναμα
العربية
غنة
Deutsch
Nasalierung
Ελληνικά
ερρινοποίηση
Español
nasalización
Suomi
nasalisaatio
Français
nasalisation
Galego
nasalización
हिन्दी
अनुनासिकता
日本語
鼻音化
한국어
비음화
Latviešu
nazalizācija
Македонски
назализација
Nederlands
nasalisatie
Português
nasalização
Русский
назализация
Svenska
nasalering
Türkçe
genizsileşme
اردو
غنائیت
中文
鼻音化
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free