ριμπάουντ
Ορισμοί
η επιτυχημένη ενέργεια να πάρει ένας παίκτης υπό την κατοχή του την μπάλα μετά από μια αποτυχημένη βολή
Ισοδύναμα
EnglishRebound
13 more languages
Cymraegadlam
Danskstudse
Esperantoresalti
Italianorimbalzare
日本語リバウンド
한국어리바운드
Русскийотскакивать
Svenskaretur
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free