Meaning of ριζάρι | Babel Free
/ɾiˈza.ri/Ορισμοί
- φυτό του οποίου οι ρίζες χρησιμοποιούνταν για τη παρασκευή κόκκινης βαφής
- άλλη μορφή του αλιζάρι
Παραδείγματα
“※ Κοινὸν τῆς ἑλληνικῆς χλωρίδος φυτὸν, φυόμενον εἰς θαμνοτόπους καὶ εἰς φράκτας, γνωστὸν ὡς ριζάρι ἢ ἀλιζάρι, (…) ἐχρησιμοποιεῖτο εἰς τὴν βαφὴν τῶν ὑφασμάτων.”
“ταξινομικός όρος: Ερυθρόδανο το βαφικό ή Rubia tinctorum”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.