HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του ριζάρι | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B1
ɾiˈza.ri

Ορισμοί

  1. φυτό του οποίου οι ρίζες χρησιμοποιούνταν για τη παρασκευή κόκκινης βαφής
  2. άλλη μορφή του αλιζάρι

Ισοδύναμα

العربية فوة
Bosanski broć morena morena броћ
Čeština mořena
English madder madder Madder
Français garance garance
Gaeilge mádar
Hrvatski broć morena morena броћ
Bahasa Indonesia beranang
日本語 茜色 茜色の
Latina garantia rubia
Latviešu madara
Polski brocz marzana
Română roibă
Српски broć morena morena броћ
Svenska krapp

Παραδείγματα

“※ Κοινὸν τῆς ἑλληνικῆς χλωρίδος φυτὸν, φυόμενον εἰς θαμνοτόπους καὶ εἰς φράκτας, γνωστὸν ὡς ριζάρι ἢ ἀλιζάρι, (…) ἐχρησιμοποιεῖτο εἰς τὴν βαφὴν τῶν ὑφασμάτων.”
“ταξινομικός όρος: Ερυθρόδανο το βαφικό ή Rubia tinctorum”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ριζάρι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free