HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ριζάρι

Ουσιαστικό CEFR B1
ɾiˈza.ri

Ορισμοί

  1. φυτό του οποίου οι ρίζες χρησιμοποιούνταν για τη παρασκευή κόκκινης βαφής
  2. άλλη μορφή του αλιζάρι

Ισοδύναμα

EnglishMadder
Françaisgarance
18 more languages

Παραδείγματα

“※ Κοινὸν τῆς ἑλληνικῆς χλωρίδος φυτὸν, φυόμενον εἰς θαμνοτόπους καὶ εἰς φράκτας, γνωστὸν ὡς ριζάρι ἢ ἀλιζάρι, (…) ἐχρησιμοποιεῖτο εἰς τὴν βαφὴν τῶν ὑφασμάτων.”
“ταξινομικός όρος: Ερυθρόδανο το βαφικό ή Rubia tinctorum”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ριζάρι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free