ριγέ
Ορισμοί
με ρίγες, ριγωτός, γραμμωτός, χαρακωμένος με ρίγες
Ισοδύναμα
13 more languages
Παραδείγματα
“Φόρεσε ένα ριγέ πουκάμισο για τη συνέντευξη.”
He wore a striped shirt for the interview.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free