HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ρητορική | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ɾi.to.ɾiˈci/

Ορισμοί

  1. γυναικείο όνομα
  2. η τεχνική της χρήσης του λόγου, προφορικού ή γραπτού, ώστε να είναι πειστικός, αποτελεσματικός
  3. τα μέσα που χρησιμοποιούνται σε συγκεκριμένο ύφος λόγου
    figuratively
  4. η μελέτη της τέχνης του λόγου
  5. τίτλος βιβλίου, με κεφαλαίο αρχικό: Ρητορική

Ισοδύναμα

English Oratory rhetoric

Παραδείγματα

“η ρητορική των σύγχρονων μέσων ενημέρωσης, του φεμινισμού, του οικολογικού κινήματος, του εθνικισμού”
“Τους προηγούμενους αιώνες το μάθημα της ρητορικής διδασκόταν σε πολλά πανεπιστήμια όλου του κόσμου.”
“η «Ρητορική» του Αριστοτέλη”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ρητορική used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course