HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ρητίνη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
ɾiˈti.ni

Ορισμοί

  1. παχύρρευστη και κολλώδης ουσία που εκκρίνεται με φυσικό τρόπο από τον φλοιό κυρίως των κωνοφόρων δέντρων, στα σημεία που υπάρχουν φυσικά ή τεχνητά ανοίγματα
  2. κάθε όμοια παχύρρευστη χημική ουσία με ειδική επεξεργασία που χρησιμοποιείται στη βιομηχανία, π.χ. στην κατασκευή πλαστικών υλών, βαφών, βερνικιών κ.λπ.

Ισοδύναμα

EnglishpitchResin
Españolresina
20 more languages
Ελληνικάρετσίνι
Esperantorezino
Eestivaik
עבריתשרף
Magyargyanta
Italianoresina
日本語樹脂
한국어수지
Latinaresina
Nederlandshars
Portuguêsresina
中文树脂
繁體中文樹脂

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: ρετσίνι”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ρητίνη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free