Meaning of ρεβίθια | Babel Free
/ɾe.viˈθça/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεβίθι accusative, nominative, plural, vocative
- ποώδες φυτό του γένους Cicer (είδος Cicer arietinum), με σύνθετα φύλλα κι μικρά άσπρα άνθη, που καλλιεργείται για τους σπόρους τους, τα ρεβίθια
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.