Meaning of ρεβένι | Babel Free
/ɾeˈve.ni/Ορισμοί
-
ανώμαλο έδαφος, πλαγιά idiomatic
-
ποικιλία καπνού καλής ποιότητας, που καλλιεργείται σε επικλινή και ορεινά εδάφη idiomatic
Παραδείγματα
“※ Ἐπήραμεν τὸν κατήφορον καὶ ἀφοῦ διήλθομεν τρία ρέματα, ἐπεράσαμεν πολλὰ πλάγια καὶ ρεβένια κ᾿ ἐχώθημεν τέσσαρας φορὰς εἰς τὴν λάσπην. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τὰ Βενέτικα, 1912)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.