Meaning of ράμμα | Babel Free
/ˈɾa.ma/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ράμμας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ράμμας accusative, genitive, singular, vocative
- το αποτέλεσμα της ενέργειας του ράβω, ιδίως για τραύμα ή χειρουργική τομή που προκάλεσε λύση της συνέχειας του δέρματος
- το νήμα που χρησιμοποιήθηκε από έναν χειρουργό για να ράψει ένα τραύμα ή τομή
Ισοδύναμα
English
Suture
Παραδείγματα
“ο γιατρός του είπε να ξαναπάει μετά από πέντε μέρες για να του κόψει τα ράμματα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.