HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ράμμα | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈɾa.ma/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ράμμας
  2. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ράμμας
    accusative, genitive, singular, vocative
  3. το αποτέλεσμα της ενέργειας του ράβω, ιδίως για τραύμα ή χειρουργική τομή που προκάλεσε λύση της συνέχειας του δέρματος
  4. το νήμα που χρησιμοποιήθηκε από έναν χειρουργό για να ράψει ένα τραύμα ή τομή

Ισοδύναμα

English Suture

Παραδείγματα

“ο γιατρός του είπε να ξαναπάει μετά από πέντε μέρες για να του κόψει τα ράμματα”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ράμμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course