Meaning of ράκος | Babel Free
/ˈɾa.kos/Ορισμοί
-
το κουρέλι formal
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Ράκου)
-
για άνθρωπο εξουθενωμένο από κούραση ή οδύνη figuratively
Ισοδύναμα
English
Rag
Παραδείγματα
“Γυρίζει από τη δουλειά το βράδυ σωστό ράκος.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.