πόλωση
Ορισμοί
- ονομασία διαφόρων φυσικών φαινομένων που σχετίζονται με τον προσανατολισμό ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (συνήθως εγκάρσιων ως προς τον άξονα μετάδοσής τους)
- φυσικό φαινόμενο στο οποίο το επίπεδο ταλάντωσης του ηλεκτρικού πεδίου του φωτός είναι το ίδιο για όλα τα φωτόνια
- το φαινόμενο της σταδιακής μείωσης μέχρι την εκμηδένιση της έντασης μιας φωτεινής ακτίνας, καθώς αυτή ανακλάται ή διαθλάται
- η επαναφορά της διαφοράς δυναμικού ανάμεσα σε δύο αγωγούς
-
η κατάσταση ασυνεννοησίας, αδιαλλαξίας, αντιπαράθεσης και εχθρικών ενεργειών που ανακύπτει ανάμεσα σε δύο πλευρές (πόλους) figuratively
Ισοδύναμα
20 more languages
Suomiääripääkahtiajakautuneisuusnapanapaisuusnavallisuuspolaarisuuspolarisaatiopolariteettipolarointipoolisuusvastakohtaisuus
Galegopolarización
हिन्दीध्रुवीकरण
Հայերենբևեռացվածություն
Bahasa Indonesiapolaritas
മലയാളംധ്രുവീകരണം
Românăpolaritate
Русскийполя́рность
Svenskapolarisering
Українськаполярність
Παραδείγματα
“πολιτική πόλωση”
political polarisation
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free