Meaning of πόλωση | Babel Free
/ˈpo.lo.si/Ορισμοί
- ονομασία διαφόρων φυσικών φαινομένων που σχετίζονται με τον προσανατολισμό ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (συνήθως εγκάρσιων ως προς τον άξονα μετάδοσής τους)
- φυσικό φαινόμενο στο οποίο το επίπεδο ταλάντωσης του ηλεκτρικού πεδίου του φωτός είναι το ίδιο για όλα τα φωτόνια
- το φαινόμενο της σταδιακής μείωσης μέχρι την εκμηδένιση της έντασης μιας φωτεινής ακτίνας, καθώς αυτή ανακλάται ή διαθλάται
- η επαναφορά της διαφοράς δυναμικού ανάμεσα σε δύο αγωγούς
-
η κατάσταση ασυνεννοησίας, αδιαλλαξίας, αντιπαράθεσης και εχθρικών ενεργειών που ανακύπτει ανάμεσα σε δύο πλευρές (πόλους) figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“πολιτική πόλωση”
political polarisation
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.