Σημασία του πόλωση | Babel Free
ˈpo.lo.siΟρισμοί
- ονομασία διαφόρων φυσικών φαινομένων που σχετίζονται με τον προσανατολισμό ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (συνήθως εγκάρσιων ως προς τον άξονα μετάδοσής τους)
- φυσικό φαινόμενο στο οποίο το επίπεδο ταλάντωσης του ηλεκτρικού πεδίου του φωτός είναι το ίδιο για όλα τα φωτόνια
- το φαινόμενο της σταδιακής μείωσης μέχρι την εκμηδένιση της έντασης μιας φωτεινής ακτίνας, καθώς αυτή ανακλάται ή διαθλάται
- η επαναφορά της διαφοράς δυναμικού ανάμεσα σε δύο αγωγούς
-
η κατάσταση ασυνεννοησίας, αδιαλλαξίας, αντιπαράθεσης και εχθρικών ενεργειών που ανακύπτει ανάμεσα σε δύο πλευρές (πόλους) figuratively
Ισοδύναμα
Suomi
ääripää
kahtiajakautuneisuus
napa
napaisuus
navallisuus
polaarisuus
polarisaatio
polariteetti
polarointi
poolisuus
vastakohtaisuus
Galego
polarización
हिन्दी
ध्रुवीकरण
Հայերեն
բևեռացվածություն
Bahasa Indonesia
polaritas
മലയാളം
ധ്രുവീകരണം
Română
polaritate
Русский
поля́рность
Svenska
polarisering
Українська
полярність
Παραδείγματα
“πολιτική πόλωση”
political polarisation
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free