Meaning of πόα | Babel Free
/ˈpo.a/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- γενική ονομασία για τα φυτά που έχουν μαλακό βλαστό, σε αντιδιαστολή με τους θάμνους και τα δέντρα
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.