Σημασία του πυρ- | Babel Free
Ορισμοί
- πυρ- όπως π.χ. πυρφόρος, πυραυγής, πυράκμων, κ.λ.π.
- πυρι-, τύπος που ανάγεται είτε στη δοτική του πῦρ, είτε σε φωνηεντισμό του ι όπως π.χ. πυριγενέτης, πυριάλωτος, πυρίμαχος
- πυρο-, τύπος που παρουσιάζει με θεματικό φωνήεν το ο, όπως π.χ. πυροβόλος, πυρογραφία, πυροκρισία, πυρορραγής, πυρόσβεση κ.λπ.
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free