HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πυρ- | Babel Free

Phrase CEFR B1

Ορισμοί

  1. πυρ- όπως π.χ. πυρφόρος, πυραυγής, πυράκμων, κ.λ.π.
  2. πυρι-, τύπος που ανάγεται είτε στη δοτική του πῦρ, είτε σε φωνηεντισμό του ι όπως π.χ. πυριγενέτης, πυριάλωτος, πυρίμαχος
  3. πυρο-, τύπος που παρουσιάζει με θεματικό φωνήεν το ο, όπως π.χ. πυροβόλος, πυρογραφία, πυροκρισία, πυρορραγής, πυρόσβεση κ.λπ.

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πυρ- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course