πρωτάρα
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτάρης
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Είναι ακόμη πρωτάρα στη δουλειά και μαθαίνει.”
She is still a novice at the job and is learning.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free