προλακτίνη
Ορισμοί
ορμόνη που παράγεται στην υπόφυση και ευθύνεται για την ανάπτυξη των μαστών και την παραγωγή γάλακτος
Ισοδύναμα
8 more languages
DeutschProlaktin
Suomiprolaktiini
Italianoprolattina
日本語プロラクチン
Portuguêsprolactina
Românăprolactină
Русскийпролакти́н
中文催乳素
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free