Meaning of προβοσκίδα | Babel Free
Ορισμοί
- σαρκώδης επιμήκυνση της μύτης ή και του επάνω χείλους μερικών ζώων π.χ. ελέφαντα
-
ύφος που δείχνει ενόχληση, απαρέσκεια figuratively
Ισοδύναμα
English
trunk
Παραδείγματα
“τι του κάνατε του Παναγιώτη και έχει κατεβάσει μια προβοσκίδα μέχρι το πάτωμα;”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.