HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of προβοσκίδα | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. σαρκώδης επιμήκυνση της μύτης ή και του επάνω χείλους μερικών ζώων π.χ. ελέφαντα
  2. ύφος που δείχνει ενόχληση, απαρέσκεια
    figuratively

Ισοδύναμα

English trunk

Παραδείγματα

“τι του κάνατε του Παναγιώτη και έχει κατεβάσει μια προβοσκίδα μέχρι το πάτωμα;”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See προβοσκίδα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course