προβιοτικό
Ορισμοί
ζωντανοί μικροοργανισμοί (βακτήρια, μικρόβια κ.ά., π.χ. lactobacillus), που ενσωματώνονται σε τρόφιμα (π.χ. γιαούρτι), γιατί σε κάποιες περιπτώσεις ωφελούν την υγεία του λήπτη
plural-normally
Ισοδύναμα
10 more languages
Ελληνικάπροβιοτικός
Italianoprobiotico
Bahasa Melayuprobiotik
Portuguêsprobiótico
Русскийпробиотик
Türkçeprobiyotik
中文益生菌
Παραδείγματα
“Προκειμένου να αποκλείσουν την επίδραση άλλων συστατικών του γαλακτοκομικού όπως η πρωτεΐνη και η βιταμίνη D, οι επιστήμονες χορήγησαν στα ζώα ένα προβιοτικό βακτήριο, το Lactobacillus reuteri, προσθέτοντάς το στο νερό που έπιναν τα ποντίκια. Το συγκεκριμένο βακτήριο εντοπίζεται στη χλωρίδα του εντέρου πολλών ζώων και κάποιων ανθρώπων. Για ποιον λόγο επελέγη όμως αυτό το προβιοτικό στη μελέτη; (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free